Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Οἱ αὐτόχειρες!

Ἐδῶ καὶ μῆνες διαβάζουμε διαρκῶς σὲ ἔντυπα καὶ σὲ ἱστοσελίδες τὰ περὶ αὐτοκτονιῶν.
Ὁ ἀριθμὸς αὐξάνεται μὲ ἀνεξελέγκτους ῥυθμοὺς καὶ οἱ οἰκογένειες διαλύονται.
Τὸ πρόβλημα, διότι περὶ προβλήματος συζητᾶμε, ἔχει λάβει διαστάσεις θυέλλης.

Γιατί αὐτοί οἱ ἄνθρωποι αὐτοκτονοῦν τελικῶς; Εἶναι δειλοί ἢ γενναῖοι; Τί τούς ὁπλίζει τό χέρι καί ἀφήνουν πίσω τους...

πολλά περισσότερα ἀπό αὐτά πού παίρνουν μαζύ τους;

Ἔχω ἀρκετοὺς πλέον γνωστοὺς καὶ φίλους ποὺ ἔχω χάσει καὶ ὁ πόνος, τοὐλάχιστον τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτὸ συνέβῃ, ἦταν ἀβάστακτος. Ἀκόμη πιὸ δύσκολο ἦταν ὅταν δὲν μποροῦσα νὰ πάω κοντά σὲ κάποιους, διότι μᾶς χώριζαν ἑκατοντάδες χιλιόμετρα. Ὅμως, ὁ μεγαλύτερος πόνος ἦταν ὅταν κοντὰ στοὺς συγγενείς τους προσπαθοῦσα νὰ ἀρθρώσω μία φράσι παρηγοριᾶς. Ἐκεῖ συνειδητοποίησα πὼς αὐτὸ ποὺ συνέβῃ δὲν χωροῦσε σὲ καμμίαν φαντασία.
Διότι, κακὰ τὰ ψέμματα, αὐτὲς οἱ καταστάσεις δὲν ἀντιμετωπίζονται. Ἡ πληγὴ ποὺ ἀνοίγει στοὺς ἐναπομείναντες δὲν κλείνει ποτέ!

Γιατί ὅμως κάποιος ἀποφασίζει νά περάσῃ τήν γραμμή καί νά ἀποχωρήσῃ; Γιατί δέν ἀντέχει τήν μάχη;
Θά χάσῃ τό σπίτι; Τήν ἐπιχείριση; Θά διαλυθῇ ἡ εἰκόνα πού τόσα χρόνια καί μέ τόσον κόπο δομοῦσε;

Ἡ ἀξία τῆς ζωῆς εἶναι ἀνυπολόγιστος. Εἶναι τελειότατον δημιούργημα τῆς Φύσεως. Εἶναι κάτι ποὺ δὲν χωρᾶ διαλόγους, διαπραγματεύσεις καὶ ζύγια. Εἶναι ἀνεκτίμητος.

Μᾶς δίδεται τὸ δῶρον τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν Φύσι. (Λέω ἐγώ Φύσι, ἐσεῖς βᾶλτε θεό, βᾶλτε διάολο, βᾶλτε συμπτώσεις… Βᾶλτε καὶ τὸν κουμπᾶρο τὸν Πολύδωρο καὶ τὴν γυναίκα τοῦ Ζεβεδαίου. Ὅ,τι βολεύει…)
Ἐρχόμαστε σὲ αὐτὸν τὸν πλανήτη γιὰ νὰ ζήσουμε, ἢ ὀρθότερα νὰ διαβιώσουμε, ἐν μέσῳ ὅλων τῶν καλῶν καὶ τῶν κακῶν στιγμῶν ποὺ θὰ μᾶς προκύψουν.
Ἡ ἀξία μας σὰν ἄνθρωποι ἔγκειται στὸν τρόπο τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν καταστάσεων.

Ἐάν μέ τήν πρώτη, ἔς τᾦ μεγάλη ἀναποδιά, ἐμεῖς τὴν «κοπανᾶμε», τότε τί στό καλό ἐκτίμησι ἔχουμε στήν ζωή καί γενικότερα σέ αὐτό πού εἴμαστε;
Ἐμεῖς παίρνουμε ἀξία ἀπό τίς πράξεις μας; Ἢ οἱ πράξεις φαίνονται ἄξιες ἀπό ἐμᾶς;
Ἐμεῖς εἴμαστε τό σπίτι; Ἡ ἐπιχείρησις; Τό χρέος στήν τράπεζα; Ἢ ὅλα αὐτά ὑπάρχουν διότι ἐμεῖς εἴμαστε ἄξιοι καί τά δημιουργοῦμε;
Ἀκόμη καὶ τὰ χρέη, ἐμεῖς τὰ δημιουργήσαμε κι ἐμεῖς θὰ τὰ σβήσουμε!

Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἔλεγα, ὅταν κάποιοι σχολίαζαν γιὰ τὰ περασμένα μεγαλεῖα τῶν προγόνων μας, πὼς ἐὰν καταφέρῃ κάποιος μίαν φορὰ νὰ φτιάξῃ ἕνα σπίτι, τότε, ὅσοι σεισμοὶ κι ἐὰν ἔλθουν γιὰ νὰ τὸ ῥίξουν, θὰ καταφέρνῃ πάντα νὰ τὸ ξανά-φτιάχνῃ καλλίτερο καὶ ἀνθεκτικότερον ἀπὸ τὴν πρώτη φορά.
Κι ἐάν εἶναι γέρος κι ἄρρωστος; Τί θά γίνῃ τότε;
Τότε ἁπλούστατα θὰ διδάξῃ σὲ ἄλλους νὰ φτιάχνουν σπίτια ἀνθεκτικότερα καὶ καλλίτερα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔπεσε.

Γιατί ἐρχόμαστε σέ αὐτόν τόν πλανήτη; Μία στιγμή ἐνθουσιασμοῦ τῆς μητέρας καί τοῦ πατέρα μας εἶναι τόσο ἀσήμαντος; Ἢ κρύβει κάτι περισσότερο;
Εἴμαστε σπορά τῆς τύχης; Εἴμαστε κάτι ἀδιάφορον;
Γιατί τόσο μεγάλη ἡ ἀνάγκη μας νά ἐπιβεβαιωνόμαστε μέσῳ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν;
Γιατί μόλις τά χάσουμε χανόμαστε;

Ἐκεῖ ἔξω εἶναι χιλιάδες ἄστεγοι. Εἶναι ἄνθρωποι ποὺ ἔχασαν τὰ πάντα. Εἶναι κι αὐτοὶ σὰν κάποιους ἄλλους, ποὺ, πολὺ πιθανὸν, νὰ ἔφθασαν στὸ κατώφλι τῆς αὐτοκτονίας, ἀλλὰ ἄλλαξαν γνώμη.
Εἶναι κάποιοι γονεῖς ποὺ παράτησαν τὰ παιδιά τους στὰ ὀρφανοτροφεῖα, πρὸ κειμένου νὰ μπορέσουν νὰ βροῦν τὶς νέες δυνάμεις ποὺ ἀπαιτοῦνται καὶ νὰ ξαναστήσουν τὰ πάντα ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Ἕνα καλύβι στὴν ἀρχή. Ἴσως δίχως παράθυρα. Δίχως πόρτα. Δίχως κρεβάτια.
Μετὰ καὶ μὲ παράθυρα. Καὶ πόρτα καὶ στρώματα…

Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἐὰν αὐτὰ δὲν ξανὰ ἀποκτηθοῦν, τί σημαίνει; Σημαίνει πώς χάσαμε τό δικαίωμα στήν ζωή; Σημαίνει πώς ἡ ἀξία τῶν ἀγαθῶν εἶναι μεγαλυτέρα ἀπό τήν δική μας;

Δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω δειλοὺς τοὺς αὐτόχειρες. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τοὺς χαρακτηρίσω καὶ γενναίους. Γενναῖοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ στήνουν πλάτη καὶ παλεύουν. Καὶ στέκονται ὄρθιοι, ἀνεξαρτήτως τῶν κτυπημάτων. Διότι ἀκόμη κι ἐὰν λυγίσουν, παραμένουν ἐδῶ κι ἀγωνίζονται.

Ποιοί θά στήσουν τήν Ἑλλάδα στά πόδια της;
Αὐτοί πού ἔφυγαν ἢ αὐτοί πού ἄντεξαν τά κτυπήματα;

Κι ἐμένα δὲν μοῦ ἀρέσει τίποτα ἀπὸ τὴν πραγματικότητά μου. Δὲν ἔχει νόημα νὰ κτυπῶ σὲ τοίχους. Ἀφῆστε δὲ ποὺ τὰ προβλήματα καθημερινῶς μεγαλώνουν.
Τί πρέπει νά κάνω; Νά πάρω τόν ὀμμάτιόν μου καί νά τήν κοπανήσω;
Εἶναι λύσις;
Κι ὅλοι αὐτοί πού μοιράζομαι τόσα καί τόσα; Θά χάσω αὐτήν τήν ὀμορφιά πού ζῶ ὅταν τούς συναναστρέφομαι; Εἴμαστε σοβαροί;
Θά χάσω τό γέλιο μέ τούς φίλους;
Τήν ζεστή ἀγκαλιά;
Τόν ἔρωτα;
Τὸ (ἐκνευριστικότατον ὁμολογουμένως κάποιες φορὲς) ζουζούνισμα τῶν παιδιῶν;
Τήν διαφωνία μέσα σέ ἕναν καλό διάλογο;
Τήν δυνατότητα νά ἀγωνίζομαι γιά αὐτά πού πιστεύω;
Γιατί; Διότι δέν ἀντέχω νά διαβιῶ στόν δρόμο; Ἢ μήπως διότι θά μέ χαρακτηρίσουν τά ἀγαπημένα μου πρόσωπα ἀποτυχημένο; Ἢ μήπως διότι κάποιοι θά μάθουν πώς δέν πῆγα τόσο καλά, ὄσο περίμεναν ἀπό ἐμένα;

Μά γιατί ἔρχομαι σέ αὐτόν τόν πλανήτη; Γιά νά πηγαίνουν ὅλα καλά;
Δῆλα δή τί θά ἔλεγαν οἱ παπποῦδες μας πού τούς γενοκτόνησαν οἱ τουρκόσποροι;
Ἔπρεπε νά αὐτοκτονήσουν διότι ἔχασαν ὄσα ἔχασαν;
Πῶς θά ὑπήρχαμε ἐμεῖς σήμερα ἐάν αὐτοί εἶχαν αὐτοκτονήσει;

Ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἔχουμε περάσει καὶ θὰ περάσουμε ἀπὸ κάθε λογῆς περιπέτειες.
Ὅλοι μας, ὅσοι ἐπέλεξαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ βουνὰ τῶν προβλημάτων, τὸ κάνουμε διότι ἔτσι «ὅρισε» ἡ Φύσις μας.
Ἡ ζωὴ στὸν πλανήτη θὰ εἶχε σβήσει ἐδῶ κι αἰῶνες, ἐὰν ἡ ἀνθρωπότης δὲν ἦταν ἄξια νὰ ξαναδομήσῃ τὰ πάντα ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Ὅ,τι δὲν μὲ σκοτώνει μὲ κάνει πιὸ δυνατό.
Μὲ σκοτώνει ἕνα πιστόλι.
Μὲ σκοτώνει ἡ πείνα!
Μὲ σκοτώνει ἡ δίψα!
Ἀλλὰ κι αὐτὰ καλοῦμαι νὰ τὰ παλέψω!
Νὰ βρῶ τρόπους νὰ ἀντιμετωπίσω τὸ πιστόλι! Νὰ βρῶ τρόπους νὰ δημιουργήσω τροφή. Νὰ βρῶ τρόπους νὰ ξεδιψάσω, ἀκόμη κι ἐὰν χρειαστῇ νὰ σκάψω πηγάδι.

Ἐάν φύγω ἐγώ, μπορεῖ κάποιος νά μέ βεβαιώσῃ πώς δέν θά συμπαρασύρω μαζύ μου καί μίαν ὁλόκληρη μελλοντική γενεά πού θά μποροῦσε νά κάνῃ πολλά περισσότερα γιά τόν τόπο;

Δὲν μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ πλέον πόση δύναμι χρειάζεται κάποιος γιὰ νὰ πατήσῃ τὴν σκανδάλη ἢ γιὰ νὰ περάσῃ τὴν θηλιὰ στὸν λαιμό του ἢ γιὰ νὰ βρῇ τέλος πάντων τὸν ὁποιονδήποτε τρόπο πρὸ κειμένου νὰ βάλῃ τέρμα στὴν ζωή του.
Μπορῶ ὅμως νὰ μοιραστῶ τὸν πόνο ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀπουσία του.
Μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τὸν φόβο του.
Μπορῶ νὰ κατανοήσω…
Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ συμφωνήσω!

Ἔχουμε νὰ πράξουμε κάτι πάρα πολὺ μεγάλο.
Ἔχουμε φορτωθεῖ στὶς πλᾶτες μας ἕναν ἀγώνα, ποὺ ἴσως καὶ νὰ μὴν ἐπιλέξαμε συνειδητῶς.
Κάθε ἕνας ποὺ φεύγει, εἶναι ἕνας πολεμιστὴς λιγότερος.
Δὲν μπορῶ νὰ σταματήσω κανέναν αὐτόχειρα, ἐὰν ὁ ἴδιος δὲν τὸ ἐπιθυμῇ.
Μπορῶ ὅμως νὰ τὸν θέσω πρὸ τῶν εὐθυνῶν του!

Καὶ σίγουρα, αὐτοὶ ποὺ φεύγουν εἶναι πολὺ καλλίτεροι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μένουν πίσω, ὅσον ἀφορᾷ στὸ ἦθος.
Ἂς σκεφθοῦν καλλίτερα… Καθαρότερα…
Μέσα στὴν σκοτοδίνη ποὺ σβήνει τὶς ἐξόδους, σίγουρα ὑπάρχει ἕνα χαμόγελο.

Δέν ἀξίζει γιά αὐτό τό χαμόγελο νά δόσουμε ἀκόμη μίαν εὐκαιρία στό αὔριο;

Φιλονόη.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ
"Ο ηρωικός άνθρωπος αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από την Μοίραν ως αγωνιστής και ως μάρτυς - περισσότερον ως μάρτυς, αφού την επιτυχίαν δεν την μετρεί με αποτελέσματα άμεσα, με αριθμούς και μεγέθη, δεν την μετρεί καν διόλου. Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθελουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ' αστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου, τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η αισθητική, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότι είναι προνόμιον των ολίγων να συντρίβωνται υπέρ των άλλων υπό των άλλων - το πολυτιμότερον προνόμιον! Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν' ο καρπός - αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση δια ν' αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν' εκείνος που θάπτεται δια να εορτασθή η ανάστασις, και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει."

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ
Απάντηση στο Ρουσίτ Πασά στα 1822

''Πασά μου, μου στέλνεις ένα μπουγιουρντί, μου λες να προσκυνήσω, και εγώ πασά μου ερώτησα τον πούτσο μου τον ίδιο, και αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω κι αν ερθείς επάνω μου ευθύς να πολεμίσω''

Και απάντηση στον Σιλιχτάρ Μπόδα στα 1823

''Γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε «από ημάς» συνθήκην με «έναν» κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα! - Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο''

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
"Φυλάτε τη Γη σας και την Τιμή της μόνο με Σπαθί. Πάψετε σαπιοδάσκαλοι και σαπιορήτορες- ΑΝΑΦΟΡΑΤΖΗΔΕΣ- να εξευτελίζετε τη Φυλή. Πάψετε παλιόγρηες τις κλάψες, τα σάλια, τα μελάνια και πιάστε το Σπαθί. Τα πάντα στη Ζωή -Η ΦΥΣΙΣ ΤΟ ΛΕΕΙ- κατακτώνται με το Σπαθί."

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
















Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση. Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα...

(Μέρος του λόγου που εκφώνησε ο Κολοκοτρώνης στην Πνύκα).

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
Δεν με μέλει αν βάλω σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που δεν την σέβομαι, δεν είμαι καμωμένος για την κυβέρνηση ή για το κράτος, έγινα για το έθνος, και το ξέρω επειδή γι’ αυτό ίσα-ίσα πονώ. Για την κυβέρνηση μου έρχεται σιχαμός και καταφρόνια, άμα συλλογίζομαι την κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω και μαραίνομαι. Σηκώνομαι, ξανοίγω και ανθοβολώ άμα νοιώθω τον Ελληνισμό. Σε όποια γωνιά του Ελληνισμού και αν βρεθώ, θα πασχίζω πάντα να δυναμώνω, να ξυπνώ, να ζωντανεύω την ψυχή του, και ας γίνει οτι γίνει. Ξυπνώ καθε ύπνο, κεντρίζω καθε βαρεμό, συνδαυλίζω κάθε στάχτη, ξεσκεπάζω καθε σπίθα κρυμμένη και ανάβω κάθε φωτιά σβησμένη, βγάζω κάθε πνοή κουρασμένη και παίζω κάθε χορδή σιωπηλή. Ξυπνώ, ξυπνώ, ξυπνώ και γι αυτό με λεν και ξυπνητήρι…

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ
Είδα στον ύπνο μου τον Παύλο τον Μελά, να παίρνει σάρκα για να πει μια ιστορία για κάποια αγέρωχα κι αδούλωτα μυαλά, που προδιαγράφουν της Πατρίδας την πορεία. .
..

Είχ’ η μορφή του θλίψη, πόνο και οργή, για αυτούς που σήμερα τις τύχες μας ορίζουν, που ασελγούν πάνω σ΄ανθρώπους και σε γη και καθετί Ελληνικό το αφορίζουν.
...
Μέσα στην μπλε του την αντάρτικη στολή και με το χέρι του στη μαύρη τη πιστόλα, δίνει στους άντρες του ξανά την εντολή Ελευθερία και Πατρίδα πάνω από όλα!
...
Αν θες στον ύπνο σου να έρθει ο Μέλας μαζί μ’ αγγέλους, σκοτωμένα παλικάρια, να σε τραβήξουν απ ’τον δρόμο που τραβάς, για να βαδίσεις τα δικά τους τα αχνάρια... ..
.
φέρε στα μάτια σου του Παύλου τη στολή, ορκίσου πάνω της, πως δεν θα τον προδώσεις και συρε να βρεις την δική σου εντολή αφού τον ύπνο του εχθρού μας θα στοιχειώσεις.

  © Free Blogger Templates 'Greenery' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP